AGAPI APARTMENTS SIVIRI HALKIDIKI

Translate This Page To:

Powered by: ALS & Google

© Copyright 2013 ®
ΑΓΑΠΗ
ΕΝΟΙΚΙΑΖΟΜΕΝΑ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΑ
Apartments - Studios - Rooms to let
63077 Siviri Halkidiki
ΜΠΕΛΟΟΥΣ ΟΞΑΝΑ (BELOOUS OXANA)
& ΤΣΙΑΛΑ ΑΓΑΠΗ
Tel. : +302374022558
Mobile : +306978262589
e-mail : agapi.apartments@gmail.com
info@agapiapartments.com
ΣΙΒΗΡΗ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗ
    Στη νοτιοδυτική πλευρά της χερσονήσου Κασσάνδρας βρίσκεται η Σίβηρη. Απέχει από την Θεσσαλονίκη και το αεροδρόμιο Μακεδονία περίπου 90 χιλιόμετρα. Η Σίβηρη θεωρείται ένα  απ' τα πιο όμορφα τουριστικά θέρετρα  στη Χαλκιδική, γνωστή για την πληθώρα πράσινου και την υπέροχη παραλία της. Η περιοχή έχει ψαροταβέρνες, εστιατόρια, μπαρ, σούπερ μάρκετ, λαϊκές τέχνες, κρεοπωλείο και φούρνο. 
    Στη Σίβηρη βρίσκεται το μοναδικό αμφιθέατρο του ποδιού, 800μ έξω από το χωριό. Κάθε καλοκαίρι διεξάγεται το "Φεστιβάλ Κασσάνδρας", ένα από τα πιο επιτυχημένα φεστιβάλ της Ελλάδας, με συναυλίες πολλών μεγάλων καλλιτεχνών και παραστάσεις από τις κορυφαίες θεατρικές ομάδες της Ελλάδος - Αρχαίο Θέατρο κ.λπ.
    Το τοπωνύμιο Σίβηρη είναι λόγια παραμόρφωση του μεσαιωνικού τοπωνυμίου, το οποίο φαίνεται να προήλθε από το όνομα του μεγαλογαιοκτήμονα που κατείχε την περιοχή και ονομαζόταν «Σύβρης» (ή Σίβρης). Αναφέρεται ήδη το 1083. Τα παλιά χρόνια ήταν ένα από τα πιο ονομαστά ψαροχώρια της Κασσάνδρας άλλωστε υπάρχουν ακόμη οι ψαροκαλύβες των ψαράδων της περιοχής μπροστά στην παραλία. Το παγοποιείο που έβγαζε πάγο για τα ψάρια των γρι-γρι υπάρχει ακόμη, αλλά έχει γίνει ένα από τα πιο ονομαστά μπαρ της Κασσάνδρας.
    Η Σίβηρη φημίζεται για ένα μοναδικό φυσικό φαινόμενο. Το ειδυλλιακό και πανέμορφο ηλιοβασίλεμα της που θα σας συναρπάσει με τα υπέροχα κατακόκκινα χρώματα που παίρνει ο ουρανός όταν ο ήλιος τείνει προς την δύση του.
    Εδώ και χρόνια η Σίβηρη έγινε γνωστή σε όλη την Ελλάδα για το Αμφιθέατρό της και το Φεστιβάλ Κασσάνδρας που διεξάγεται εκεί κάθε χρόνο με πολλές πολιτιστικές εκδηλώσεις όπως συναυλίες και θεατρικά έργα.

ΓΕΝΙΚΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟ ΤΗΣ ΚΑΣΣΑΝΔΡΑΣ ΧΑΛΚΙΔΙΚΗΣ
    Η χερσόνησος της Κασσάνδρας ήταν από τα πανάρχαια χρόνια μια περιοχή πλούσια σε κυνήγι, αλιεία, βοσκότοπους, πολλά πόσιμα νερά, σε κατάλληλη εμπορική και στρατηγική θέση. Όλοι αυτοί οι παράγοντες συντέλεσαν στο να κατοικείται συνέχεια από τους προϊστορικούς χρόνους έως και σήμερα. Η Κασσάνδρα κατοικείτο, πριν την αποίκηση από τους Ερετριείς και Χαλκιδείς κυρίως (12 - 8ος αι. π. Χ.), από διάφορα πρωτοελληνικά φύλλα όπως ήταν οι Πελασγοί  και οι Θράκες . Δεν είναι τεκμηριωμένο όμως, μέχρι στιγμής, ποιοί ήταν οι πρώτοι κάτοικοι της χερσονήσου κατά τη νεολιθική περίοδο και πότε εγκαταστάθηκαν σ' αυτήν. Ελάχιστες έρευνες για τους προϊστορικούς οικισμούς στη χερσόνησο της Κασσάνδρας έχουν γίνει μέχρι τώρα. Προϊστορικοί οικισμοί της Νεώτερης Νεολιθικής και εποχής του Χαλκού εντοπίστηκαν στην Άφυτο και στη Ν. Φώκαια (αρχ. Γ. Μπακαλάκης), στη θέση Σουλήνα (περιοχή Καλλιθέας) (αρχ. Ιωακείμ Παπάγγελος), στη Σάνη και στη Σίβηρη (τα ευρήματα βρίσκονται στο αρχαιολογικό μουσείο Θεσσαλονίκης) και στο Πολύχρονο, στις παρυφές της Τούμπας που βρίσκεται δυτικά του χωριού (αρχ. Μ. Παππά). Στον κατάλογο των προϊστορικών οικισμών της κεντρικής Μακεδονίας των κ. Γραμμένου - Μπέσιου - Κώτσου αναφέρονται επίσης τρείς ακόμη προϊστορικοί οικισμοί, εκτός από αυτούς που αναφέρθηκαν παραπάνω, ένας στη Σίβηρη, ένας στη Μικρή Κύψα και ένας στην περιοχή της Σάνης. Σύμφωνα με προσωπικές παρατηρήσεις του κ. Π. Μάγειρα έχουν εντοπιστεί άλλες δέκα θέσεις προϊστορικών οικισμών. Αυτοί είναι στο ύψωμα Αράπης (Παλιούρι), στην Τούμπα (Κασσάνδρεια), στον Αϊ-Λιά (Ν. Σκιώνη), στο Γεράνι (Ν. Φώκαια), στις περιοχές Γιώργ. Στρούγκα και Αλούτσες (Πολύχρονο), στου Αδάμου τη Ράχη και Ράχη Αυρικού (Φούρκα).
    Η Κασσάνδρα ήταν γνωστή στους αρχαίους με το όνομα Παλλήνη. Στην αρχαία εποχή υπήρχαν εκεί πολλές πόλεις, Άφυτις, Μένδη, Σκιώνη, Σάνη, Νεάπολη, Ποτίδαια που ονομάστηκε Κασσάνδρεια και άλλες. Βρέχεται από τον Τορωναίο και το Θερμαϊκό κόλπο και στο στενότερο μέρος της (1240 μ.) υπάρχει η διώρυγα της Ποτίδαιας. Το 1970 κατασκευάστηκε η πρώτη γέφυρα. Πριν απο την γέφυρα οι κάτοικοι της περιοχής περνούσαν την διώρυγα με πορθμείο (Σάλι). Το μέρος είναι ορεινό και το μεγαλύτερο ύψος του φτάνει τα 1078 μ. Το ακρωτήριο, στο οποίο τελειώνει η χερσόνησος ονομάζεται Καναστραίο ή Παλιούρι ή ακρωτήρι της Καλογριάς. 
    Στη θέση της αρχαίας Ποτίδαιας, αποικίας των Κορινθίων στο λαιμό της χερσονήσου της Κασσάνδρας, η οποία καταστράφηκε από τον Φίλιππο το 357 π. Χ., ίδρυσε ο Κάσσανδρος το 316 π. Χ. μία νέα πόλη, την Κασσάνδρεια. Η ελληνιστική αυτή πόλη εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες πόλεις της Μακεδονίας, γνωρίζοντας μεγάλη άνθηση κατά την ρωμαιοκρατία και τους πρώτους χριστιανικούς αιώνες. Το 540 μ. Χ. καταστράφηκε από τους Ούννους και ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός Α΄ φρόντισε για την ανασύστασή της. Σύμφωνα με τον ιστορικό Προκόπιο, ο Ιουστινιανός, για να προστατέψει την πόλη και όλη τη χερσόνησο από τις βαρβαρικές επιδρομές, οχύρωσε το διατείχισμα που υπήρχε κατά μήκος του λαιμού της χερσονήσου και εκτεινόταν από το Θερμαϊκό ως τον Τορωναίο κόλπο. Ο τέως αυτοκράτορας Ιωάννης Ζ΄ Παλαιολόγος έγινε δεσπότης Θεσσαλονίκης και από το 1403 προχώρησε σε μεγάλης έκτασης ανακατασκευές του τείχους και στη διάνοιξη μίας τάφρου. Μερικά χρόνια αργότερα, το 1424, οι Βενετοί επιχείρησαν νέες επισκευές στο τείχος, οι οποίες όμως φαίνεται ότι δεν ολοκληρώθηκαν. Τελευταία χρήση του διατειχίσματος με πρόχειρες επισκευές και νέα διάνοιξη της τάφρου συντελείται στην Επανάσταση του 1821, όταν οι Χαλκιδικιώτες αγωνιστές οχυρώνονται σ' αυτή τη θέση, προκειμένου να συγκρατήσουν την επέλαση του Οθωμανικού στρατού. Ο μικρός μακεδονικός τάφος της Ποτίδαιας αποκαλύφθηκε τον Ιούνιο του 1984 και βρίσκεται περίπου 4 χιλ. νότια του ομώνυμου οικισμού της Χαλκιδικής. Χρονολογείται γύρω στο 300 π. Χ. και είναι ιδιαίτερα σημαντικός για το περιεχόμενό του, καθώς μας προσφέρει πολύτιμες πληροφορίες για την αρχαία ελληνική ζωγραφική. Οι δύο μαρμάρινες κλίνες του μακεδονικού τάφου της Ποτίδαιας ήταν τοποθετημένες σε ορθή γωνία. Πολύ σημαντική είναι η ζωγραφική διακόσμηση των κλινών, η οποία διασώθηκε σε εξαιρετική κατάσταση. Εικονίζεται υπαίθριο ιερό με κρήνη, δένδρο, ελάφι, άγαλμα καθώς και μορφές που αναπαύονται. Όλες οι μορφές είναι διονυσιακές και διακρίνονται, εκτός από τον Βάκχο, η θεά Αφροδίτη (που μπορεί να είναι και η Αριάδνη), ένας γέρος Σιληνός, Μαινάδες και ένας φτερωτός Έρωτας. Στις κατώτερες ζώνες εικονίζονται ταύροι, γρύπες, κρατήρες κλπ. Σήμερα εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης
    Η Νέα Φώκαια ιδρύθηκε το 1922 από πρόσφυγες Μικρασιάτες. Αν και είναι νέο χωριό, έχει να επιδείξει μια μακραίωνη Ιστορία. Η περιοχή κατοικείται από τα αρχαία χρόνια. Στους ιστορικούς χρόνους άκμασαν δυο πόλεις. Η Σάνη αποικία των Ερετριέων, κτισμένη στη δυτική παραλία και η Σκίθαι κτισμένη στον Τορωναίο κόλπο. Το 14ο αιώνα υπάρχουν στην περιοχή πολλά Αγιορείτικα μετόχια. Το 1407 ο Ιωάννης Παλαιολόγος παραχώρησε την περιοχή του σημερινού χωριού στη μονή Αγίου Παύλου του Αγίου Όρους. Τότε φαίνεται πως κτίστηκε και ο Βυζαντινός Πύργος, που σώζεται μέχρι σήμερα. Στον Πύργο το 1821 είχε εγκατεστημένο το στρατηγείο του ο αρχηγός της επανάστασης στη Χαλκιδική Εμμανουήλ Παπάς. 
    Η Άθυτος, το τρίτο κατά σειρά χωριό μετά τη διώρυγα της Ποτίδαιας, απλώνεται στον ίδιο χώρο από το 3.000 π.Χ. τουλάχιστον. Η αρχαία Άφυτις υπήρξε σημαντική πόλη της Παλλήνης και μνημονεύεται από τους αρχαίους συγγραφείς (Ηρόδοτος, Θουκυδίδης, Ξενοφών, Αριστοτέλης, Παυσανίας, Στράβων κ.α.) Το ιερό του Διονύσου (8ου αι. π. Χ.) και ο ναός του Άμμωνα Δία (του 4ου αι. π. Χ.) συνέβαλαν ουσιαστικά στην εδραίωση της φήμης της κατά την αρχαιότητα. Ευημερούσα πόλη κατά τους αρχαϊκούς και κλασσικούς χρόνους. Έκοβε δικό της νόμισμα που έφερε την κεφαλή του προστάτη της, Άμμωνα Δία. Στην αρχαία Άφυτις υπήρχε Ιερό του Διόνυσου, στο οποίο πέθανε ο βασιλιάς της Σπάρτης Αγησίπολις. Για να μεταφέρουν το νεκρό στην πατρίδα του, τον ταρίχευσαν με το ονομαστό μέλι της Κασσάνδρας. Η περιοχή παραμένει ανεξερεύνητη στο μεγαλύτερο μέρος της καθώς υπάρχουν πολλά αρχαιολογικά υπολείμματα, εκτεθειμένα αδιάφορα στη διάβρωση του χρόνου.
    Στην Καλλιθέα βρίσκονται τα ερείπια ενός από τους σημαντικότερους τόπους λατρείας του Άμμωνα Δία στην αρχαιότητα, κτισμένου τον 4ο αιώνα σε δωρικό ρυθμό, ο οποίος αποκαλύφθηκε το 1969 με αφορμή την ανέγερση ξενοδοχείου, οπότε προκλήθηκε μερική καταστροφή της κρηπίδας (βάσης) του λατρευτικού κτηρίου. Η ανασκαφική έρευνα που συνεχίστηκε και τα επόμενα έτη 1970- 1973 έδειξε ότι στη θέση αυτή της χερσονήσου της Κασσάνδρας ιδρύθηκε κατά το β' μισό του 8ου αιώνα π. Χ., από τους Ευβοείς αποίκους της πόλης Άφυτις, ιερό του Διονύσου που λατρευόταν μαζί με τις Νύμφες στο σπήλαιο κάτω από το βράχο στη νοτιοδυτική πλαγιά του χώρου. Η λατρεία στο σπήλαιο, όπου οι πιστοί έφθαναν με λαξευτή κλίμακα, συνεχίστηκε και κατά τους επόμενους αιώνες μέχρι και το 2ο αι. μ. Χ. Στην επίπεδη επιφάνεια, στο βόρειο τμήμα του χώρου, ιδρύθηκε προς το τέλος του 5ου αι. π. Χ. ιερό του αιγυπτιακής προέλευσης θεού Άμμωνα Δία. Αρχικά, προς το τέλος του 5ου αι. π. Χ., κατασκευάστηκε ένας κτιστός βωμός, αλλά αργότερα, στο β' μισό του 4ου αι. π. Χ., κτίστηκε δίπλα στο βωμό περίπτερος ναός δωρικού ρυθμού.  Τον τελευταίο αντικατέστησαν με άλλο μαρμάρινο προς το τέλος του 3ου ή τις αρχές του 2ου αι. π. Χ. μετά από κάποια καταστροφή που υπέστη ο ναός. Τη στέγη του διακοσμούσαν πήλινες κεραμώσεις, ανάγλυφες και έγχρωμες. Η σχεδιαστική του αποκατάσταση είναι δυνατή με βάση τα αρχιτεκτονικά μέλη που βρέθηκαν διάσπαρτα. Στα ρωμαϊκά χρόνια (1ος - 2ος αι. μ. Χ.) ο ναός μετασκευάστηκε και με το υλικό του κτίστηκαν στη νότια στενή πλευρά του δύο βαθμιδωτές κατασκευές (κερκίδες), ενώ μεταξύ τους, επάνω στον παλαιότερο βωμό, κατασκευάστηκε άλλος μικρότερος. Στον υπαίθριο αυτό χώρο καθισμένοι οι πιστοί πρέπει να παρακολουθούσαν κάποια δρώμενα. Όπως δείχνουν τα ευρήματα, η ρωμαϊκή φάση του ναού διήρκησε μέχρι την εποχή των διαδόχων του Μεγάλου Κωνσταντίνου, οπότε πρέπει να καταστράφηκε οριστικά. Τμήμα παλαιοχριστιανικού λουτρού που ανασκάφηκε στο βόρειο άκρο του χώρου σχετίζεται ενδεχομένως με συνέχιση της λατρείας στους πρώτους χριστιανικούς αιώνες, αλλά και αργότερα στη μεσοβυζαντινή περίοδο. Την εγκατάλειψη του Ιερού ακολούθησε η λιθολόγηση των ερειπίων του από μοναχούς της ρωσικής μονής Παντελεήμονος, μετόχι της οποίας είχε γίνει η περιοχή. Μία ιδιόρρυθμη, πρωτότυπη και μοναδική παλαιοχριστιανική βασιλική του 6ου αιώνα έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη στην περιοχή Σωλήνα της κοινότητας Καλλιθέας στην Κασσάνδρα Χαλκιδικής μπροστά στο ξενοδοχειακό συγκρότημα Παλλήνη και Άθως. Όπως ανακοίνωσε ο αρχαιολόγος κ Ιωακείμ Παπάγγελος, με την βασιλική συνυπάρχει κτίριο διαστάσεων 9 επί 9 το οποίο ήταν οίκος μαρτυρίου, δηλαδή ένα μεγάλο προσκυνητάρι που φαίνεται να κτίστηκε πάνω σε τάφο μάρτυρα με ψηφιδωτά, μέσα και έξω, του 5ου αιώνα.
    Η ιστορία του Πολύχρονου ξεκινά από το 650 π. Χ. όταν ήρθαν στη χερσόνησο της Κασσάνδρας Ερετριείς και ίδρυσαν ως αποικία τους τη Νεάπολη η οποία παρ' όλες τις βαρβαρικές επιδρομές που γνώρισε κατόρθωσε να επιβιώσει ως το 540μ.Χ. οπότε και καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους Ούννους. Ένα από τα λιγοστά παγκοσμίως ηλιακά ρολόγια των ελληνορωμαϊκών χρόνων που έχουν εντοπιστεί άθικτα ανασύρθηκε από την αρχαιολογική σκαπάνη στο Πολύχρονο Χαλκιδικής. Το εύρημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία, καθώς τα ηλιακά ρολόγια κατασκευάζονταν για συγκεκριμένο γεωγραφικό πλάτος, δηλαδή ήταν ακριβή μόνο για τον τόπο στον οποίο συνήθως κατασκευάζονταν. Το ρολόι του Πολύχρονου έχει κατασκευαστεί έτσι που μπορεί να δείχνει τη σωστή ώρα της κάθε μέρας τόσο στη Χαλκιδική όσο και στη Ρώμη, τη Γαλλία ή την Κίνα. Και σύμφωνα με την αρχαιολόγο Μπετίνα Τσιγαρίδα θα πρέπει να έφτασε ως ανάθημα σε κάποιο ιερό, ίσως του Άμμωνα Δία.
    Η πόλη Μένδη της αρχαιότητας ήταν ένας πολύ σημαντικός τόπος αφού πέρα από το εξαιρετικό της κρασί ήταν γνωστή και για την πολιτιστική της ανάπτυξη. Η Μένδη ήταν γνωστή για τα εξαιρετικής ποιότητος λευκά κρασιά της και το έμβλημά της ήταν ένας όνος σε οργασμό. O όνος, εξαιτίας της ζωτικότητάς του, εθεωρείτο κύριος των Mενδίων. Γι' αυτό και ονομάστηκε στα νεότερα χρόνια «κυρ-Mέντιος». Ο Θουκυδίδης μας πληροφορεί πως η Μένδη ήταν αποικία των Ερετριέων που την ίδρυσαν στην χερσόνησο της Παλλήνης. Δεδομένου του ότι οι Χαλκιδείς και Ερετριείς είχαν αποικίες στα μακεδονικά παράλια ήδη από το 1.000 ή 1100 π. Χ., σύμφωνα με την αξιολόγηση των νεότερων ευρημάτων, η ίδρυση της πόλης ανάγεται γύρω από την χρονολογία αυτή. Ο κάτοικος της πόλης λεγόταν Μενδαίος. Η ονομασία της πόλης προέρχεται από το ηδύοσμο φυτό μίνθη ή μίνθα που φύονταν σε αφθονία στην περιοχή (στα λατινικά mentha, εξ ου και η μέντα). Η μεγάλη οικονομική της άνθηση, ήδη από τις αρχές του 6ου αι., επιβεβαιώνεται από την μεγάλη κυκλοφορία των νομισμάτων της και οφείλεται κυρίως στις εξαγωγές του περίφημου "Μενδαίου οίνου". Το 1992 βρέθηκε στις ακτές της Αλοννήσου αρχαίο ναυάγιο του πέμπτου αιώνα π. Χ. σε βάθος 30 μ. που είχε 3000 περίπου αμφορείς με οίνο από τη Μένδη. Στα μέσα του 4ου αι. η πόλη καταλαμβάνεται από τον Φίλιππο Β' και σταδιακά παρακμάζει. Συστηματική ανασκαφική έρευνα στην αρχαία Μένδη διενεργήθηκε από το 1986-1994, από την ΙΣΤ' Εφορεία Προϊστορικών & Κλασσικών Αρχαιοτήτων υπό την εποπτεία της Ιουλίας Βοκοτοπούλου. Ο κυρίως αρχαιολογικός χώρος, έκτασης 1200μ. επί  600 μ., εντοπίζεται στο επίπεδο πλάτωμα και τις πλαγιές ενός πευκόφυτου λόφου ο οποίος καταλήγει ομαλά προς την θάλασσα. Στην Ακρόπολη, γνωστή ως Βίγλα, η οποία εκτείνεται στο ψηλότερο, ΝΑ σημείο του λόφου, ερευνήθηκαν συστάδες από λάκκους-αποθέτες, οι οποίοι είχαν αρχικά αποθηκευτικό χαρακτήρα. Το κύριο περιεχόμενό τους ήταν κεραμική από τον 12ο έως και τον 7ο αι. π. Χ. Στο πλάτωμα, γνωστό και ως Ξέφωτο, δοκιμαστική τομή αποκάλυψε τμήμα του τείχους. Στο "Προάστιο", το οποίο αναφέρεται από τον Θουκυδίδη και το οποίο καταλαμβάνει την παραθαλάσσια περιοχή της αρχαίας πόλης, αποκαλύφθηκαν, εκτός των άλλων, επάλληλα τμήματα κατοικιών και δρόμων, που χρονολογούνται από τον 9ο ως και τον 4ο αι. π. Χ. Στο νεκροταφείο, το οποίο εντοπίστηκε στην παραλία του ξενοδοχείου Μένδη, ερευνήθηκαν 241 συνολικά ταφές, που χρονολογούνται από τα τέλη του 8ου-αρχές 7ου ως τα τέλη του 6ου αι. π. Χ. Τα αγγεία ήταν κυρίως γραπτά, με φυτική και γεωμετρική διακόσμηση, ή και εγχάρακτα, και αποτελούν χαρακτηριστικά δείγματα του κεραμικού ρυθμού της Χαλκιδικής. Οι αμφορείς της ομάδας Παρμενίσκου χρονολογούνται στα ελληνιστικά χρόνια, είναι λεπτοί με χείλος τριγωνικό και έχουν χαρακτηριστικά ορθογώνια σφραγίσματα στις λαβές τους που φέρουν ονόματα. Εξάλλου, εργαστήριο παραγωγής κεραμικών εντοπίστηκε και στην περιοχή της Φούρκας σε απόσταση τριών χιλιομέτρων βορειοδυτικά του αρχαίου οικισμού της Μένδης. Τα ευρήματα (κυρίως αμφορείς και γραπτή χαλκιδικιώτικη κεραμική) του εργαστηρίου χρονολογούνται από τον 5ο έως τις αρχές του 4ου αι. π. Χ. Το ιερό της αρχαίας πόλης τέλος εντοπίστηκε στο αμμώδες, επίπεδο ακρωτήρι "Ποσείδι", 4 χλμ. δυτικά της Μένδης. Στα κτήρια που έχουν ανασκαφεί περιλαμβάνεται ο ναός του Ποσειδώνα των αρχών του 5ου αι. π. Χ., η ταύτιση του οποίου οφείλεται σε σειρά εγχάρακτων επιγραφών σε αγγεία. Το αψιδωτό κτήριο στο Ποσείδι είναι ένα από τα αρχαιότερα ιερά του Ελλαδικού χώρου και το μοναδικό με αποκλειστικά λατρευτική χρήση των "Σκοτεινών Αιώνων" από την Βόρεια Ελλάδα. Κατά το Θουκυδίδη είναι το αρχαιότερο ιερό αφιερωμένο στον Ποσειδώνα που βρέθηκε στον Ελληνικό χώρο. Αυτό που φαίνεται αρχικά  στο χώρο του ιερού είναι πως η λατρεία του γινόταν με σπονδές σε πήλινους κάθετους σωλήνες που εισχωρούσαν στη γη και ήταν τοποθετημένοι περιμετρικά του ιερού. Κοντά στο ναό βρίσκεται ο φάρος που κτίστηκε το 1864.
    Η αρχαία Σκιώνη χτίστηκε μετά τον Τρωικό πόλεμο και αναφέρεται ως η πρώτη αποικία νότιων Ελλήνων στη Χαλκιδική. Σ' ένα νόμισμα της αρχαίας Σκιώνης (500 π. Χ. περίπου) εικονίζεται ο ομηρικός ήρωας Πρωτεσίλαος, ο οποίος αναφέρεται και ως ιδρυτής της πόλης. Σημαντικό ήταν το λιμάνι της Σκιώνης, το οποίο συνετέλεσε πολύ στην ακμή της. Η αρχαία Σκιώνη βρισκόταν στα Ν.Α. του σημερινού χωριού. Στα νεότερα χρόνια στην περιοχή της χτίστηκε το χωριό Τσαπράνι, 4 χλμ. Β.Α. της Νέας Σκιώνης. Μετά το 1930 το μεσόγειο χωριό άρχισε να εγκαταλείπεται από τους κατοίκους του, οι οποίοι προτίμησαν να εγκατασταθούν στην ακτή. Τον οικισμό, που ίδρυσαν εκεί, τον ονόμασαν Νέα Σκιώνη.
    Στην περιοχή Σάνη σώζεται ο Πύργος του Σταυρονικήτα που χρονολογείται από το 1543 και κτίστηκε με σκοπό να προστατεύει το μετόχι της Ιεράς Μονής Σταυρονικήτα. Επίσης στην τοποθεσία Μεγάλη Κύψα, της Κασσάνδρας Χαλκιδικής, μια μοναδική, για το μακεδονικό χώρο, ρωμαϊκή αγροικία αποκαλύπτει για πρώτη φορά την αρχιτεκτονική σχέση των ρωμαϊκών κτιρίων με τους επαρχιακούς παλαιοχριστιανικούς ναούς. Πάνω στο κύμα είχε χτίσει την αγροικία του ο γαιοκτήμονας της ρωμαϊκής εποχής. Η ανασκαφή διακόπηκε το 1975 λόγω έλλειψης χρηματοδότησης και ξεκίνησε πάλι το 2007 με τη χρηματοδότηση του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου «Σάνη». Όπως επισήμανε ο αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος, στην τραπεζαρία της κυρίως κατοικίας, η οποία χρονολογείται στα τέλη του 3ου αι. μ. Χ., δημιουργήθηκε αργότερα παλαιοχριστιανικός ναός, που λειτούργησε έως τον 8ο αιώνα. Το εύρημα θεωρείται μοναδικό για τον χώρο της Μακεδονίας και δίνεται για πρώτη φορά στους αρχαιολόγους να μελετήσουν συνολικά έναν τέτοιο χώρο στην περιοχή. Η βασιλική που λειτούργησε στο εσωτερικό της αγροικίας αποκαλύπτει τη σχέση εκκλησιαστικής αρχιτεκτονικής των επαρχιακών παλαιοχριστιανικών ναών του τύπου της βασιλικής με αντίστοιχα κοσμικά κτήρια της ρωμαϊκής εποχής. Η αγροικία που εντοπίστηκε το 1972 σε μια εύφορη παραθαλάσσια κοιλάδα με πολλά τρεχούμενα νερά είναι μια αυτοτελής γεωργική οικονομική μονάδα της ύστερης Ρωμαιοκρατίας. Τέτοιες μονάδες δίνονταν ως περιουσία σε κάποιους υψηλούς αξιωματούχους. Αποτελείται από επτά κτίσματα, ένα εκ των οποίων είναι η κατοικία του ιδιοκτήτη ή του επιστάτη της αγροικίας, καθώς δεν είναι σίγουρο αν ο ίδιος ο ιδιοκτήτης έζησε ή επισκέφθηκε ποτέ την αγροικία, ή απλώς έπαιρνε το εισόδημα. Τα υπόλοιπα κτίρια ήταν αποθήκες, εργαστήρια και καταλύματα εργατών. Η κυρίως κατοικία παρουσιάζει πολύ μεγάλες ομοιότητες με παλαιοχριστιανική βασιλική με μεγάλο αίθριο, το οποίο περιγραφόταν από κιονοστοιχία. Μάλιστα οι κολώνες ήταν τοποθετημένες η μία πάνω στην άλλη, καθώς το κτίριο ήταν διώροφο. Οι αρχαιολόγοι εντόπισαν 48 μαρμάρινες κολώνες. Βασικός χώρος της οικίας ήταν το τρικλίνιο, χώρος επίσημων εστιάσεων, το οποίο φαίνεται σαν να είναι το μεσαίο κλίτος της βασιλικής. Στα μέσα του 6ου αι. μ. Χ., το συγκρότημα της κυρίως κατοικίας φαίνεται πως άλλαξε χρήση και μέσα στο μεσαίο κλίτος του τρικλινίου οικοδομήθηκε χριστιανικός ναός ο οποίος συνέχισε να λειτουργεί μέχρι και τον 8ο αιώνα. Ενδιαφέρον στοιχείο του συγκροτήματος είναι επίσης ότι αποκαλύπτει τα οικονομικά ενδιαφέροντα του ιδιοκτήτη, τα οποία επεκτείνονται σε θέματα γεωργικής παραγωγής (κρασί, λάδι, σιτηρά), αλλά και βιοτεχνικής παραγωγής, με σημαντικότερη την παραγωγή κεραμικών (αγγειοπλαστική) και την επεξεργασία μετάλλων. Στον χώρο εντοπίστηκαν θραύσματα κεραμικής, λίθινο εγκόλπιο φυλακτό με απομίμηση επιγραφής, αγγεία για την αποθήκευση λαδιού και σιτηρών, αλλά και ο λίθινος μύλος για το λάδι.
    Το καλό ελαιόλαδο γίνεται από τον καρπό της ελιάς, χωρίς το κουκούτσι. Αν αυτό σπάσει, η ποιότητα του λαδιού είναι κατώτερη. Αυτό φαίνεται ότι το γνώριζαν πριν από δύο χιλιάδες χρόνια οι κάτοικοι της γεωγραφικής περιοχής όπου βρίσκεται σήμερα η Χαλκιδική. Το μαρτυρούν οι ελαιόμυλοι που έχουν βρεθεί στην περιοχή της Ολύνθου, καθώς και σε περιοχές της Σιθωνίας και της Κασσάνδρας και χρονολογούνται από τον 3ο μέχρι τον 6ο μ. Χ. αι. Από τα ευρήματα που υπάρχουν φαίνεται ότι ο πληθυσμός που ζούσε στην περιοχή την περίοδο της ρωμαιοκρατίας (από τον 1ο π. Χ. μέχρι τον 5ο μ. Χ. αιώνα) είχε αναπτύξει έναν πολύ εξελιγμένο, για τα σημερινά δεδομένα, τρόπο παραγωγής ελαιολάδου. Έχουν βρεθεί ελαιόμυλοι, κατασκευασμένοι με έναν τυποποιημένο τρόπο, γενικά παραδεκτό. Αποτελούνταν από φακοειδείς μυλόλιθους με λίθινες κούπες όπου αλέθονταν ο ελαιόκαρπος με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να γίνεται εκσάρκωση της ελιάς και να μην σπάει το κουκούτσι, αναφέρει ο αρχαιολόγος Ιωακείμ Παπάγγελος. Στις αρχές του 15ου αιώνα ο δεσπότης Ανδρόνικος του Δεσποτάτου της Θεσσαλονίκης, που είχε τη διοικητική αρμοδιότητα της Θεσσαλονίκης και της χερσονήσου της Κασσάνδρας, οργάνωσε μεγάλες μονάδες παραγωγής. Τις Αλυκές του Κίτρους, του Καραμπουρνού και της Κασσάνδρας και έναν μεγάλο ελαιώνα στην Κασσάνδρα. Ο τελευταίος δημιουργήθηκε το 1415, βρίσκεται στον Λιμνιώνα της Νέας Φώκιας και είναι επισκέψιμος και σήμερα. 
KASSANDRA HALKIDIKI LOGO
KASSANDRA TOUR HALKIDIKI LOGO
KASSANDRA HOTELS HALKIDIKI LOGO